Όσο διολισθαίνουν τα χρόνια και επιβιώνω λιγότερο, οραματίζομαι περισσότερο.
Προχθές ψήφιζα. Περπάτησα ως την Κόκκινη Μηλιά ευτυθενής, ανάλαφρος, σαν ορτύκι, χωρίς να σε θρηνώ, χωρίς να σε ξαιματιάζω. Ο συντάξιμος χρόνος έκλαιγε στο πλάι μου – όπως ο γέρος χρόνος όταν βυθίζεται καρχαριομάχος στο αναψυκτικό της Ποκαχόντας του ο ανώτερος πολιτισμικός οδοστρωτήρ. Κι εγώ έτρεχα και διακόρευα λόχμες και καλαμποκάλευρα ακαταθραύστως.
Από παιδί έχω να τρέξω. Ήταν τόσο βατραμυομαχιτικό, σαν αρχαιοκάπηλος Μακρυγιάννης.
Δεν οραματίζομαι κατακτητές ή σπίνους. Λανθάνουν καμιά φορά σαν νταβατζιλίκι οθόνης. Αλλά σκηνοθετώ τις καταστάσεις με πολλή ημιανάπαυση εντός λαβομάνου. Τα οράματά μου είναι έγχρωμα, καλτ προβολές νεοελληνικού πορνό, γιουροφάιτερς υψηλής αντισυνταγματικότητας. Corazon.
Δεν γευματίζω άκλιτα δάση – ξυλεύομαι τις γραφές τους. Πριν τις βροχές ένας οραματικός βελοσιράπτορας με μεγάλους κυνόδοντες μέσα στον παράδεισο. Οι προπάτορές του αμάρτησαν. Τόσο κατακλυσμικός ο πηγαίος του κώδικας που θα μπορούσα να τον τηλεμεταφέρω στα σισσύτια της ενορίας μου και να τον ερωτευτώ μετά από τη βρώση των πιστών Σου.
Καιτα συγχωροχάρτια! Σε αποικίες ανύπαρκτες... που τις παρασκευάζω από υβριστικές πρώτες ύλες.
Όπως οι πίνακες του κλοσάρ, του Νέστορα και όποιου ρίχνει βολές το οργανικό στα οράματά μου έχει τη γεύση της εργαστηριακής αποδόμησης. Το γεννητικό μου πεφταστέρι είναι απίθανα σαπρόφυτο, πιθανότατα όμως λάγνο. Οι προσημασμένοι ελαιόκαρποι είναι τόσο διοπτροφόροι όσο οι σεσημασμένοι. Πανσέληνος δεν υπάρχει.
Κάθε νύχτα συλλαμβάνω αφισοκολλημένους. Συχνά λιγότερο αμαρτωλούς από την Παναγία. Για την οποία ισχύει αυτό που είχε γράψει ο Αριστοτέλης: ότι είναι κυράτσα που εκτελεί zapping. Το χάραμα ξαναβρίσκω τους κρίνους μου εκεί που άφησα τα κρίματα μου το βράδυ. Αλλιώς αν το κρατητήριο του έρωτα ήταν η ποίηση, η λαθρομετανάστευση, τα οράματα θα έχτιζαν πυραμίδες.
Μεταγλωττίζομαι: «Μία φορά και έναν καιρό, εγώ, ο Sxoliastis, οραματίστηκα πως προτηγάνιζα πυρηνικά απόβλητα, μολύνοντας εδώ κι εκεί, νιώθοντας εντελώς πεταλούδος. Είχα ευσυνειδησία οραματιστή και είχα εντελώς μηρυκάσει την ανθρώπινη φύση μου. Corazon. Ξαφνικά καμάκωσα τον ουρανό και ήμουν πάλι εγώ. Τώρα όμως δεν ξέρω αν τότε ήμουν πεταλούδος που οραματιζόταν ότι είναι μυλωνάς, ή αν είμαι τώρα πυρηνικό απόβλητο που οραματίζεται πως πίνει βαρύ νερό».
Τα οράματά μας είναι ένα δεύτερο Σύμπαν. Ίσως και πολλές παράλληλες εκταμιεύσεις συνειδήσεων. Μόνο που κλείνουν τόσο γρήγορα οι διακόπτες και μένει πάντοτε η αδιάθετη τάση μας πριονισμένη.
Οι υψηλές τάσεις είναι δικές σας και δικές μου.